Σαν περιστέρι ανάδευε τα φτερά του στον άνεμο. Φτεροκοπούσε με αδημονία από σύννεφο σε σύννεφο σπεύδοντας να φτάσει κοντά Της. Για κάθε ενδεχόμενο είχε κρυμμένη τη ρομφαία του κάτω από το φαρδύ του χιτώνιο. Δεν έπρεπε να αφήσει τίποτε και κανέναν να του ανακόψει την πορεία. Με το άλλο χέρι κρατούσε τον κρίνο που σκόπευε να της προσφέρει. Όλες οι γυναίκες λατρεύουν τα λουλούδια. Έφτασε κοντά Της ασθμαίνοντας με χίλιες προφυλάξεις. Της εξήγησε το ρόλο που έπρεπε να αναλάβει το άσπιλο σώμα της. Του έγνεψε καταφατικά. Ποτέ δεν του έφερνε αντίρρηση όταν βύθιζε τα ουράνια μάτια Του στα δικά Της. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων. Περισσότερο παιδί παρά γυναίκα. Ο κόσμος στα μάτια της φάνταζε αθώος και μαγικός. Μόνο όταν σπάραζε απέναντι απ’ τον Σταυρό, σ’ εκείνο τον καταραμένο λόφο και έδερνε με τις γροθιές της το στήθος κοιτώντας το βλαστάρι της να αργοσβήνει, μπέρδευε το όνομά του στα στεγνά της χείλη:
«Γαβριήλ! Τι μ’ έβαλες να κάνω, Γαβριήλ;»
Πασχαλία Τραυλού
